ΕΡΓΟΘΕΡΑΠΕΙΑ

Η Εργοθεραπεία (στα Αγγλικά: ‘Occupational Therapy’) είναι μια επιστήμη αποκατάστασης που προωθεί την υγεία παρέχοντας στους ανθρώπους τη δυνατότητα να εκτελέσουν ουσιαστικές και σκόπιμες δραστηριότητες. Οι Εργοθεραπευτές εργάζονται με άτομα που πάσχουν από ψυχικές, φυσικές (σωματικές), αναπτυξιακές ή/και συναισθηματικές διαταραχές, χρησιμοποιώντας θεραπείες οι οποίες αναπτύσσουν, ανακτούν ή διατηρούν τις δραστηριότητες καθημερινής ζωής των ατόμων. Ο Εργοθεραπευτής βοηθά τα άτομα όχι μόνο να βελτιώσουν τις βασικές κινητικές λειτουργίες τους και τις ικανότητες συλλογιστικής τους, αλλά επίσης να αντισταθμίσουν τη μόνιμη απώλεια της εκάστοτε λειτουργίας. Ο απώτερος στόχος της Εργοθεραπείας είναι να βοηθήσει τα άτομα να έχουν ανεξάρτητη, παραγωγική και ικανοποιητική ζωή. Επιπλέον, οι Εργοθεραπευτές ασχολούνται ολοένα και περισσότερο με την αντιμετώπιση των επιπτώσεων των κοινωνικών, πολιτικών και περιβαλλοντικών παραγόντων που συμβάλλουν στον αποκλεισμό και τη στέρηση έργου.

Η Παγκόσμια Ομοσπονδία Εργοθεραπευτών (WFOT) παρέχει τον ακόλουθο ορισμό της Εργοθεραπείας: «Η Εργοθεραπεία ως επιστήμη ασχολείται με την προώθηση της υγείας και της ευημερίας μέσω της εμπλοκής στο έργο». Οι Εργοθεραπευτές χρησιμοποιούν προσεκτική ανάλυση των φυσικών (σωματικών), περιβαλλοντικών, ψυχοκοινωνικών, διανοητικών, πνευματικών, πολιτικών και πολιτιστικών παραγόντων για να εντοπίσουν τα εμποδία για το έργο. Η Εργοθεραπεία αντλεί πληροφορίες από τον χώρο της ιατρικής, της ψυχολογίας, της κοινωνιολογίας, της ανθρωπολογίας και πολλών άλλων ειδικοτήτων προκειμένου να αναπτύξει τη δική της βάση γνώσεων. Ένα νέο πεδίο μελέτης, αυτό της Επιστήμης Έργου, έχει αναπτυχθεί για να ενισχύσει την τεκμηρίωση της επιστήμης.
H εργοθεραπεία (σύνθετος όρος εκ των έργο + θεραπεία) είναι η θεραπεία μιας διαταραχής μέσω σωματικού έργου.

Επίσης ορίζεται ως «θεραπεία ατόμων με σωματικά, συναισθηματικά ή κοινωνικά προβλήματα μέσω σκόπιμης δραστηριότητας για να τους βοηθήσει να ξεπεράσουν ή να αντιμετωπίσουν τα προβλήματά τους»[3], ως «χρήση παραγωγικής ή δημιουργικής δραστηριότητας στη θεραπεία ή αποκατάσταση ατόμων με σωματικές ή συναισθηματικές διαταραχές»  και ως «θεραπεία βασισμένη στην εμπλοκή σε σκόπιμες Δραστηριότητες Καθημερινής Ζωής, ειδικά για να παράσχει δυνατότητα ή να ενθαρρύνει τη συμμετοχή σε τέτοιες δραστηριότητες παρά τις βλάβες ή τους περιορισμούς σε σωματικές ή ψυχικές λειτουργίες».

Έχει επίσης περιγραφεί ως «επάγγελμα υγείας στην αποκατάσταση σχεδιασμένο να βοηθά άτομα όλων των ηλικιών με σωματικά, αναπτυξιακά, κοινωνικά ή συναισθηματικά ελλείμματα να επανακτήσουν και να αποκτήσουν δεξιότητες απαραίτητες για λειτουργική ανεξαρτησία, υγεία και ευεξία»[6] και «θεραπευτική χρήση δραστηριοτήτων αυτοφροντίδας, παραγωγικότητας και ψυχαγωγίας για αύξηση λειτουργικότητας, προαγωγή της ανάπτυξης και πρόληψη αναπηρίας».

Η εργοθεραπεία είναι η εφαρμοσμένη επιστήμη και το επάγγελμα υγείας που παρέχει εξειδικευμένη θεραπεία για να βοηθήσει ανθρώπους να αναπτύξουν, να επανακτήσουν ή να διατηρήσουν δεξιότητες απαραίτητες για να συμμετέχουν σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής τους.

Οι εργοθεραπευτές πετυχαίνουν το αποτέλεσμα αυτό, καθιστώντας τα άτομα ικανά να πραγματοποιούν δραστηριότητες, οι οποίες ενισχύουν την ικανότητα τους να συμμετέχουν στην καθημερινή ζωή ή τροποποιώντας το φυσικό τους περιβάλλον, προκειμένου να υποστηρίξουν καλύτερα τη συμμετοχή τους.
Η ανάκτηση της λειτουργικότητας του ατόμου γίνεται μέσα από ευχάριστες δραστηριότητες, όπως η ζωγραφική, το παιχνίδι, η κεραμική, η ζαχαροπλαστική, το κέντημα, η υφαντική κ.ά., ενώ η ανάλυση και η τροποποίηση του χώρου του γίνεται έπειτα από κατ’ οίκον επίσκεψη.

Ιστορία της Εργοθεραπείας

Η γέννηση της θεραπείας

Τα πρώτα στοιχεία χρήσης έργων ως θεραπευτικής μεθόδου ανάγονται στα αρχαία χρόνια. Το 100 π.Χ., ο Έλληνας ιατρός Ασκληπιός εισήγαγε την ανθρωπιστική μεταχείριση των ατόμων με ψυχικές ασθένειες χρησιμοποιώντας ιαματικά λουτρά, εντριβές, άσκηση και μουσική. Αργότερα, ο Κέλσος ενέταξε τη μουσική, τα ταξίδια, τη συνδιάλεξη και την άσκηση στις θεραπείες των θεραπευόμενών του. Ωστόσο, από την εποχή του Μεσαίωνα η έννοια της ανθρωπιστικής μεταχείρισης των ατόμων που θεωρούντο παράφρονες ήταν σπάνια, αν όχι ανύπαρκτη.

Στην Ευρώπη του 18ου αιώνα, επαναστάτες, όπως ο Philippe Pinel και ο Johann Christian Reil, μεταρρύθμισαν το σύστημα περίθαλψης. Αντί της χρήσης μεταλλικών αλυσίδων και άλλων εργαλείων χαλιναγώγησης, τα ιδρύματά τους χρησιμοποιούσαν αυστηρή εργασία και ψυχαγωγικές δραστηριότητες στα τέλη του 18ου αιώνα. Αν και ήταν ακμάζον στο εξωτερικό, το ενδιαφέρον για το μεταρρυθμιστικό κίνημα ήταν παρακμάζον στις Ηνωμένες Πολιτείες καθ’ όλον τον 19ο αιώνα. Στο ξεκίνημα του 20ού αιώνα, καθώς οι γιατροί άρχισαν να ενδιαφέρονται όλο και περισσότερο για τις χρόνιες νόσους, ο ενθουσιασμός για τη μεταρρύθμιση του συστήματος ψυχικής υγείας αναβίωσε στις Ηνωμένες Πολιτείες διαμέσου της θεραπείας μέσω εργασίας (work therapy).

Επάγγελμα υγείας

Η Εργοθεραπεία ως επάγγελμα υγείας συνελήφθη στις αρχές της δεκαετίας του 1910. Δόθηκε έμφαση στην προώθηση της υγείας στους «αναπήρους». Οι πρώτοι επαγγελματίες συγχώνευσαν υψηλής αξίας ιδεώδη, όπως την ύπαρξη μιας ισχυρής εργασιακής ηθικής και τη σημασία της χειροτεχνίας, με επιστημονικές και ιατρικές αρχές. Οι πρώτοι πολέμιοι αυτής της άποψης θεώρησαν την ξυλογλυπτική και τη χειροτεχνία των ασθενών ασήμαντη.

Η εμφάνιση της Εργοθεραπείας αμφισβήτησε τις απόψεις της επικρατούσας επιστημονικής Ιατρικής. Αντί της εστίασης σε αμιγώς φυσικές αιτιολογίες, ισχυρίζονταν ότι ένας σύνθετος συνδυασμός των κοινωνικών, οικονομικών και βιολογικών λόγων προκαλούν δυσλειτουργία. Αρχές και τεχνικές αντλήθηκαν από πλήθος επιστημονικών κλάδων, συμπεριλαμβανομένων, δίχως περιορισμό, της νοσηλευτικής, της ψυχιατρικής, της αποκατάστασης, της αυτοβοήθειας, της ορθοπεδικής και της κοινωνικής εργασίας, για να εμπλουτίσουν το πεδίο εφαρμογής της ειδικότητας. Μεταξύ του 1900 και 1930, οι θεμελιωτές όρισαν τη σφαίρα της πρακτικής και ανέπτυξαν τις θεωρίες της πρακτικής. Στη σύντομη 20ετή διάρκεια, έπεισαν με επιτυχία το κοινό και τον ιατρικό κόσμο για την αξία της Εργοθεραπείας και καθιέρωσαν πρότυπα για την ειδικότητα.[9]
Μια σημαντική έλλειψη πρωτογενών πηγών πληροφόρησης έχει αφήσει τους σημερινούς Εργοθεραπευτές με πολλές ερωτήσεις όσον αφορά τους θεμελιωτές του κλάδου. Πληροφορίες συλλέγονται από πρώιμης κατάρτισης ιδρύματα και νοσοκομεία, επιστημονικά κείμενα των επαγγελματιών, αρχεία κυβερνητικών υπηρεσιών του Πρώτου Παγκοσμίου Πόλεμου, άρθρα εφημερίδων και προσωπικές μαρτυρίες.

Εργοθεραπεία. Κατασκευή παιχνιδιού σε ψυχιατρικό νοσοκομείο. Εποχή Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος ανάγκασε τη νέα ειδικότητα να αποσαφηνίσει το ρόλο της στον τομέα της ιατρικής και να καθιερώσει πρότυπα εκπαίδευσης και πρακτικής. Επιπλέον για να αποσαφηνίσει τη δημόσια εικόνα της, η Εργοθεραπεία καθιέρωσε επίσης κλινικές, εργαστήρια και επαγγελματικές σχολές σε εθνικό επίπεδο (στην Αμερική). Λόγω του μεγάλου αριθμού των εν καιρώ πολέμου τραυματισμών, «βοηθοί επανόρθωσης» (ένας γενικός όρος για φυσικοθεραπευτές και εργοθεραπευτές) είχαν προσληφθεί από τον Γενικό Χειρούργο (επικεφαλής του Εντεταλμένου Σώματος Δημόσιας Υπηρεσίας Υγείας των Ηνωμένων Πολιτειών). Μεταξύ του 1917 και 1920, περίπου 148.000 άνδρες τραυματίες εισήχθησαν σε νοσοκομεία μετά την επιστροφή τους από το μέτωπο. Αυτός ο αριθμός δεν λαμβάνει υπ’ όψιν όσους τραυματίστηκαν όντες στο εξωτερικό. Η επιτυχία των βοηθών επανόρθωσης, αποτελούμενων σε μεγάλο βαθμό από γυναίκες που προσπαθούν να «κάνουν το καθήκον τους» για να βοηθήσουν την πολεμική προσπάθεια, ήταν ένα μεγάλο επίτευγμα. Μεταπολεμικώς, ωστόσο, δόθηκε αγώνας για να κρατηθούν οι άνθρωποι στην ειδικότητα. Η έμφαση μεταφέρθηκε από την αλτρουιστική εν καιρώ πολέμου νοοτροπία στην οικονομική, επαγγελματική και προσωπική ικανοποίηση που επέρχεται από το να είναι κάποιος θεραπευτής. Για να καταστεί η ειδικότητα περισσότερο ελκυστική, η πρακτική υπάχθηκε σε πρότυπα, ακριβώς όπως και το πρόγραμμα σπουδών. Θεσπίστηκαν κριτήρια εισόδου και εξόδου και ο Αμερικάνικος Σύλλογος Εργοθεραπευτών (AOTA) συνηγόρησαν υπέρ της μόνιμης απασχόλησης, των αξιοπρεπών αμοιβών και των δίκαιων εργασιακών συνθηκών. Μέσω αυτών των μεθόδων, η Εργοθεραπεία ζήτησε και έλαβε ιατρική νομιμότητα στη δεκαετία του 1920.